Τα Χριστούγεννα, στην καλύτερη περίπτωση, αναμένεται να “πέσουν” στην ελληνική αγορά οι πρώτες μικροπιστώσεις, ύψους έως 25.000 ευρώ, οι οποίες εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν σε χιλιάδες πολύ μικρές επιχειρήσεις πρόσβαση σε “ζεστό χρήμα” χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, ώστε να ενισχύσουν τις πιθανότητες επιβίωσής τους στην εποχή της Covid-19.
Ποιοι εκτιμάται πως θα διεκδικήσουν άδειες λειτουργίας ως ιδρύματα χορήγησης μικροχρηματοδοτήσεων; Πέραν των microSTARS και AFI, άδειες θα διεκδικήσουν επίσης επιμελητήρια, εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, κοινής ωφέλειας, πληροφορικής και ασφαλιστικές, αλλά και οργανισμοί με την άτυπη υποστήριξη συστημικών τραπεζών.
Ποιοι είναι οι δικαιούχοι
“Οι δικαιούχοι (σ.σ. πολύ μικρές επιχειρήσεις, φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα ή πρόκειται να συστήσουν πολύ μικρή επιχείρηση, άτομα που θέλουν να εκπαιδευτούν ώστε να μπουν στην αγορά εργασίας ή προερχόμενα από ευάλωτες ομάδες) θα χρειαστεί όμως να περιμένουν. Δεδομένου ότι η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) αναμένεται να χρειαστεί τρεις-τέσσερις μήνες, για να ολοκληρώσει τις αδειοδοτήσεις για τα ιδρύματα, που θα παρέχουν τις μικροπιστώσεις, τα πρώτα δάνεια πιθανό να πέσουν στην αγορά πριν από το τέλος Δεκεμβρίου στην καλύτερη περίπτωση”
Ως προς το πόσα χρήματα θα μπορούσαν να διοχετευτούν συνολικά στην ελληνική αγορά, ρεαλιστικό να διατίθενται για μικροδάνεια περίπου 150 εκατ. ευρώ ετησίως. “Υπάρχουν διάφορες μελέτες για το κενό χρηματοδότησης στην αγορά, δηλαδή το ποιες επιχειρήσεις δεν μπορούν να πάρουν δάνεια (κι άρα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις μικροπιστώσεις). Σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (βάσει στοιχείων 2018), την επόμενη πενταετία θα μπορούσαν να διοχετευτούν περίπου 2 δισ. ευρώ μόνο στον αγροτικό κλάδο. Μελέτη του υπουργείου Ανάπτυξης είχε προσδιορίσει το χρηματοδοτικό κενό στα 150 εκατ. για την περίοδο 2014-2020.
Στο νέο τοπίο που διαμορφώνει η πανδημία, θα υπάρξει μεγάλη αύξηση του κενού χρηματοδότησης, που θα μπορούσε να καλυφθεί από μικροπιστώσεις, καθώς οι τράπεζες δεν μπορούν -βάσει των κριτηρίων τους- να καλύψουν σημαντικές ανάγκες των πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Όπως δήλωσε πρόσφατα ο υπουργός Ανάπτυξης, Άδωνις Γεωργιάδης, το νομοσχέδιο δίνει τη δυνατότητα να ιδρύονται εταιρείες, που θα δανείζουν από το μετοχικό τους κεφάλαιο. Τα χρήματα δεν προέρχονται από καταθέσεις, αλλά από χρήματα του ιδιώτη επιχειρηματία, και γι’ αυτό το λόγο απαγορεύεται να έχουν εξασφαλίσεις, καθώς δίνονται από ιδιώτη σε ιδιώτη έναντι τόκου, ο οποίος “θα είναι σε λογικά επίπεδα και ελεγχόμενος από το κράτος”.
Το επιτόκιο
Θα είναι όμως όντως “λογικά” τα επιτόκια των μικροδανείων; Ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, μιλώντας πρόσφατα στη Βουλή, γνωστοποίησε ότι στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο πρόκειται να προστεθεί πρόβλεψη δυνατότητας του εκάστοτε Υπουργού Οικονομικών να ορίζει ανώτατο όριο επιτοκίου, εφόσον διαπιστώνονται στρεβλώσεις. “Στην Ευρώπη”, το μέσο επιτόκιο είναι 11,9%, με μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ χωρών (2017): στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν 20%, στην Πολωνία και την Πορτογαλία 4,5%-5%. Στην Ελλάδα θα πρέπει να κυμαίνεται γύρω στο 8%, δεδομένου ότι, βάσει μελέτης της ΤτΕ, το σημείο “break even” στο επιτόκιο, ώστε να καλύπτεται μόνο το κόστος, χωρίς κέρδος, είναι 4,5%. Λαμβανομένου υπόψη ότι στα μικροδάνεια οι επισφάλειες είναι μεγάλες, καθώς δεν υπάρχουν εμπράγματες εξασφαλίσεις, το 8% είναι πολύ λογικό”.